Ο 17χρονος Διομήδης Κομνηνός από την Κύπρο ο πρώτος νεκρός στην εξέγερση του Πολυτεχνείου

top, Ιστορία

Ο 17χρονος Κύπριος μαθητής Διομήδης Κομνηνός ήταν ο πρώτος νεκρός στην εξέγερση του Πολυτεχνείου ενάντια στην Χούντα το 1973. Το βράδυ στις 16 Νοέμβρη 1973 ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο και αργότερα ενώθηκε με άλλους μαθητές και φοιτητές στη γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη και Αβέρωφ, μεταφέροντας τραυματίες, ως εθελοντής τραυματιοφορέας. Δολοφονήθηκε εκεί έξω από το Πολυτεχνείο, από άνδρες της φρουράς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως που έριξαν πυρά εναντίον του σκοπεύοντας τον από απόσταση 10 μέτρων!

“…O Διομήδης Κομνηνός, βγήκε ξαφνικά στη μέση του δρόμου, σήκωσε τα χέρια, βλέποντας προς τη μεριά των αστυνομικών, που βρίσκονταν σε απόσταση σαράντα περίπου μέτρων και είπε: ” Αν είσαστε άντρες, ελάτε να μας χτυπήσετε από κοντά” . Κι αμέσως ακούστηκε καταιγισμός πυροβολισμών. Κι ο Διομήδης έπεσε κάτω”.

Το ακροατήριο , βουβό, κρατάει την ανάσα και δύσκολα τη συγκίνησή του, όταν ο μάρτυρας , συνεχίζει:

  ” Μαζί μ’ έναν άλλον, βγήκαμε έρποντας από την πολυκατοικία που είχαμε καταφύγει. Κινηθήκαμε προς το σημείο που είχε πέσει ο Κομνηνός. Οι πυροβολισμοί δεν σταματούσαν. Κατορθώσαμε και τον στήσαμε στον τοίχο όρθιο. Το κορμί του έγειρε λίγο δεξιά. Δεν μιλούσε. Στα μάτια του είχανε μπει μικρά θραύσματα από τα τζάμια ενός αυτοκινήτου. Είχα λίγο βαμβάκι στην τσέπη μου. Ήρθε μια γυναίκα με νερό. Κι εγώ με βαμβάκι προσπάθησα να του αφαιρέσω τα τζαμάκια από τα μάτια. Τότε έκανε μια κίνηση με το  χέρι του, προσπαθώντας να σηκώσει το πουλόβερ που φορούσε.

 Σήκωσα το πουλόβερ και είδα το αίμα να τρέχει από τη δεξιά στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Κατάλαβα ότι είχε χτυπηθεί άσκημα.

 Τότε άκουσα τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου. Σκυφτός και με ζιγκ-ζαγκ για ν’ αποφύγω τις σφαίρες, κινηθήκα προς τα εκεί , να φέρω το φορείο. Τρέχοντας όμως γλίστρησα, έπεσα και χτύπησα στα χέρια και στα πόδια. Δεν μπορούσα να κινηθώ, έτρεξαν φοιτητές να με βάλουν στο ασθενοφόρο . Τους είπε: δεν χρειάζομαι εγώ, αλλά ο Κομνηνός…”

Η φωνή σπάει. Και ο Άλκης που παρακολουθεί  με τη ψυχή στα δόντια, όπως όλο το ακροατήριο θυμάται μιαν άλλη ραγισμένη φωνή. Του πατέρα Κομνηνού. Στο μνημόσυνο του παιδιού του, πριν ένα χρόνο…

 “Με οδηγούν στον ψυκτικό θάλαμο. Σέρνουν ένα συρτάρι. Ο Διομήδης μου νεκρός. Ο μονάκριβός μου γιος. Προσπαθώ να κρατηθώ. Τι όμορφος…Ω γλυκύ μου , έαρ…έχει μια τρύπα στην καρδιά. Προσπαθώ να κρατηθώ. Του μιλώ: ” Διομήδη, βοήθησέ με να φανώ άξιός σου!”. Του φιλώ τα μαλλιά. Τι όμορφος! Ίδιο καθαρόαιμο άτι. Τα μάτια του μισάνοιχτα. Γεμάτα απορία. Προσπαθώ, προσπαθώ να κρατήσω ζωντανή τη μορφή του”.

Η φωνή του τρέμει:

   ” Έπειτα φέρνω βόλτα το συρτάρι. Σκύβω απάνω του. Φιλώ το τραύμα  του στην καρδιά. Τον προσκυνώ…”

Η φωνή σπάει.

    ” Είτανε δέκα εφτά χρονώ”

(Μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Έφης Πανσελήνου , Καταχτημένη χώρα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση)


Είχε περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις του Πολυτεχνείου με ψηλούς βαθμούς μόλις λίγες μέρες πριν του θανάτου του. Προς τιμήν του το 9ο Δημοτικό Σχολείο Πετρούπολης ονομάστηκε “9ο Δημοτικό Σχολείο Πετρούπολης Διομήδης Κομνηνός. Η σκισμένη του μπλούζα βρίσκεται σε έκθεμα θυμάτων του Πολυτεχνείου και χρησιμοποιήθηκε από τη χήρα του Σαλβαδόρ Αλιέντε, Χορτένσια, για να σκουπίσει τα δάκρυά της.

Ο ποιητής Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής έγραψε ένα ποίημα προς τιμήν του.

“Μεταξύ των φονευθέντων , είναι ο Διομήδης Κομνηνός, ετών 17, με βεβαρυμένον παρελθόν”.

Εφημερίδες – από επίσημη ανακοίνωση

Βεβαίως, είχε βεβαρυμένο παρελθόν ο Διομήδης.

Πέντε χρονών, στους ώμους του πατέρα του φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο,

δέκα χρονών, ξυπόλυτος, με μια φέτα ψωμί στην τσέπη, βάδιζε στην πορεία της ειρήνης,

στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία.

Στα δέκα επτά μ’ένα πλακάτ στο χέρι: ψωμί – παιδεία – ελευθερία.

 

Επίσης και η Λένα Παππά, το γνωστό ποίημα “Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου”:

 

Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα

κείτεται

-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-

για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,

και συ στο σπιτάκι σου, μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι

και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.

Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,

η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.

Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό, γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.

Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο

Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,

για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…



Ποιήματα έγραψαν κι άλλοι άνθρωποι γι αυτόν όπως το παρακάτω:

 

Στερημένος την αγιότητα ενσαρκωμένη, απτή,

εγκάθειρκτος της λογικής, αρνιόμουν να πιστέψω

επίμονα, πως τα οστά μοσχοβολούν και λάμπουν

των αγίων. Ώσμε προχτές που κίνησα κι εγώ

να προσκυνήσω το πουκάμισό σου ματωμένο

κι από τα βόλια τρυπημένο των φονιάδων.

Καθώς πλησίαζα βουρκωμένος, τρέμοντας απ’ την ταραχή,

βλέπω ν’ ανέρχεται τεράστιο το πουκάμισο σου

και να καλύπτει όλο το χώρο με φεγγοβολή

γλυκιά, κι από ψηλά, με λεπτό άρωμα, να ευωδιάζει.

 

Καρδιά των καρδιών, που θα ’λεγε κι ο Νικηφόρος,

έφηβε ωραίε, λαμπρέ, του ελληνικού φωτός,

που τους ενόχλησες πολύ να κουβαλάς τους λαβωμένους

κι άπονα σε σκοτώσαν οι φασίστες.

Leave a Reply