Οι εργαζόμενοι των υπηρεσιών – Η περίπτωση της Κύπρου

top, Αναλύσεις

Αποτελεί αντικειμενικό γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό (γύρω στο 80% περίπου) της κυπριακής οικονομίας αποτελείται από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών. Παρόλο που οι αστοί οικονομολόγοι εντάσσουν σε αυτό το ποσοστό, όχι μόνο σε ο,τι αφορά την Κύπρο αλλά παγκοσμίως σε σχέση με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, διάφορους κλάδους με βιομηχανικά χαρακτηριστικά όπως η εστίαση (εστιατόρια γρήγορης εξυπηρέτησης), οι μεταφορές κ.α. δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το υψηλό αυτό ποσοστό που υπάρχει στην Κύπρο. Ο τομέας των υπηρεσιών περιλαμβάνει τις επαγγελματικές υπηρεσίες (δικηγορικά γραφεία, λογιστικά-ελεγκτικά γραφεία κ.α.), τις τραπεζικές-χρηματοπιστωτικές, τις ιατρικές, τις ασφαλιστικές, τις ακαδημαϊκές κ.α.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τίθενται ορισμένοι προβληματισμοί ως προς το κατά πόσο, και αφού λάβουμε υπόψη τα πιο πάνω, η ταξική διάρθρωση της κυπριακής οικονομίας συμπεριλαμβάνει «εργατική τάξη». Επίσης, παίρνοντας τη συζήτηση ένα βήμα περαιτέρω, τίθενται –και όχι αδίκως- ορισμένοι προβληματισμοί ως προς το κατά πόσο η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας και αναλυτικές κατηγορίες όπως η «υπεραξία» (το μέρος της αξίας που δημιουργείται από την εργασία των μισθωτών αλλά δεν πληρώνεται από τον καπιταλιστή – απλήρωτη μισθωτή εργασία) μπορούν να εξηγήσουν το σύστημα παραγωγής και την εργασιακή διαδικασία σήμερα. Κάπου εδώ είναι και που προκύπτει το ζήτημα κατανόησης και συνειδητοποίησης της ταξικής θέσης του καθενός μέσα στις δοσμένες παραγωγικές σχέσεις.

Δηλαδή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην Κύπρο είναι μισθωτοί εργαζόμενοι που τυγχάνουν εκμετάλλευσης, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο της εργασίας τους (π.χ. δεν είναι βιομηχανική ή χειρωνακτική  εργασία αλλά διαχειριστική, εποπτική, ελεγκτική κ.α.), καθώς και το επαγγελματικό τους «στάτους» και «γόητρο» (π.χ. δικηγόροι, ελεγκτές, σύμβουλοι μάρκετινγκ, μηχανικοί παραγωγής, πληροφορικοί κ.α.) λειτουργούν ως αναχαιτιστικοί παράγοντες για την έγερση (εργατικής) ταξικής συνείδησης. Σε αυτά προσθέτουμε και τον τρόπο ζωής, τις αισθητικές προτιμήσεις, την κουλτούρα και τις πρακτικές κατανάλωσης που έχουν αυτοί οι εργαζόμενοι που μάλιστα πολλές φορές μέσα στις συνθήκες της Κύπρου δεν διαφέρουν –σε κάποιες κοινωνιολογικές και πολιτισμικές εκφάνσεις- με αυτές της αστικής τάξης.

Όμως, αν και η τεχνική σύνθεση των παραγωγικών δυνάμεων όπως και η αναδιάρθρωση της παραγωγής (άυλες μορφές εργασίας, «οικονομία της γνώσης», διαχείριση συμβόλων, λεκτική-επικοινωνιακή μορφή κ.α.) έχουν δημιουργήσει νέες ποσοτικές αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα εντούτοις, η αξεδιάλυτη αντιθετική σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν έχει υποστεί ποιοτική αλλαγή. Αντιθέτως, μπορούμε να πούμε ότι βαθαίνει και οξύνεται ακόμη περισσότερο σήμερα (ανασφάλιστη εργασία, ευέλικτες μορφές εργασίας, ημί-απασχόληση κ.α.) παραμένοντας η κεντρική σύγκρουση των κοινωνικών σχέσεων.

Παίρνοντας ως παράδειγμα τον τομέα των υπηρεσιών στην Κύπρο και συγκεκριμένα σε σχέση με ένα μεγάλο αριθμό μισθωτών εργαζόμενων που απασχολούνται σε επαγγελματικά γραφεία ως δικηγόροι, ελεγκτές, τραπεζικοί υπάλληλοι κ.α. θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε πως μεγάλο μέρος των εργαζομένων (π.χ. οι μάνατζερς ή οι διευθυντές δεν μπορούν να μπουν σε αυτή την κατηγορία) αυτών των κλάδων είναι εκμεταλλευόμενοι και βρίσκονται στον κόσμο της «μισθωτής σκλαβιάς». Αυτό το στοιχείο, όσο και να θολώνεται το πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης λόγω των άνω παραγόντων (υφή εργασίας, επαγγελματικό κύρος, τρόπος ζωής, πρακτικές κατανάλωσης κ.α.), πρέπει να καταστεί σαφές.

Αναντίλεκτα, ένα μεγάλο τμήμα της αστικής τάξης της Κύπρου, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, κατάφερε να προσαρμόσει το μοντέλο της οικονομίας μέσα στον περιφερειακό και διεθνή καταμερισμό εργασίας με τρόπο που να καταστήσει τη χώρα ελκυστικό προορισμό κυρίως για Ρώσους και Ουκρανούς καπιταλιστές. Οι πλείστοι εξ αυτών των επιχειρηματιών είχαν και έχουν οικονομικές δραστηριότητες σε μεταλλεία, ορυχεία, ανθρακωρυχεία, ανάπτυξη γης, κατασκευές, εμπόριο, ενέργεια κ.α. και για σκοπούς αποφυγής υψηλής φορολόγησης (και όχι μόνο βέβαια) έψαχναν να μεταφέρουν τα κέρδη της εκτός των χωρών τους. Έτσι, κατέφευγαν σε χώρες («φορολογικοί παράδεισοι» π.χ. Κύπρος, Μάλτα κ.α.) που είχαν χαμηλό εταιρικό φόρο με σκοπό να ιδρύουν υπεράκτιες (εικονικές) εταιρείες των οποίων ναι μεν η έδρα είναι στην Κύπρο, αλλά οι ουσιαστικές δραστηριότητες τους παραμένουν αλλού. Επιπλέον, μετέφεραν τα κεφαλαιουχικά τους κέρδη σε κυπριακές τράπεζες αποταμιεύοντας τα ως καταθέσεις.

Συνεπώς, η ατομικά-καπιταλιστικά ιδιοποιημένη υπεραξία που παράγεται στη σφαίρα παραγωγής λ.χ. της Ρωσίας (σε ένα ορυχείο, σε ένα κατασκευαστικό έργο, στην ενέργεια κ.α.) μεταφέρεται στη σφαίρα κυκλοφορίας της Κύπρου και πραγματώνεται είτε ως κατάθεση αποταμιευμένη σε ένα τραπεζικό ίδρυμα, είτε ως πληρωμή ενός δικηγορικού/ελεγκτικού γραφείου για τις υπηρεσίες που του προσέφερε (π.χ. εγγραφή εταιρείας, διοικητικές υπηρεσίες, διεκπεραίωση συναλλαγών, έκδοση πιστοποιητικών κ.α.) Από την υπεραξία που παράγεται στη σφαίρα παραγωγής π.χ. της Ρωσίας, της Ουκρανίας κ.ο.κ. (δηλαδή από την απλήρωτη μισθωτή εργασία της ντόπιας εργατικής τάξης) τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό το κυπριακό καπιταλιστικό σύμπλεγμα μεγαλοδικηγόρων-μεγαλοτραπεζιτών. Σε αυτό το μοντέλο βασίζουν την οικονομική τους ευμάρεια και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Αυτό το χρηματικό κεφάλαιο που συσσώρευσαν κατά περιόδους το επενδύουν και σε άλλους τομείς όπως η ακίνητη περιουσία, η ανάπτυξη γης, η ψυχαγωγία κ.α. με σκοπό να διευρύνουν τις οικονομικές και εμπορικές τους δραστηριότητες για περισσότερα πεδία κερδοφορίας. Ακόμη και μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής συστημικής κρίσης που εκδηλώθηκε -όχι τυχαία- στον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Κύπρο αυτό το «μοντέλο» παραμένει στρατηγικός προσανατολισμός διάφορων τμημάτων του κυπριακού κεφαλαίου.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ είναι πως οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους, που σε ορισμένες περιπτώσεις η εργασία τους δεν παράγει υπεραξία (μιας και μπορεί να διαχειρίζονται κεφάλαια χωρίς να τα αυξάνουν), τυγχάνουν συνολικής εκμετάλλευσης. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Κ. Μαρξ αποσυνδέει τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας από τη μορφή και το περιεχόμενο της εργασίας εξηγώντας ότι το «ίδιο είδος εργασίας μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία.»[1] Κατά τον Μαρξ, εάν ο μισθός που λαμβάνει ένας εργαζόμενος αντιπροσωπεύει ανταλλαγή εργασίας και μεταβλητού κεφαλαίου τότε αυτός ο εργαζόμενος θα οριστεί ως «παραγωγικός» μιας και «αυξάνει άμεσα το κεφάλαιο.»[2]

Είναι γεγονός ότι από αυτό το μοντέλο οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους «ευνοήθηκαν» -κατά καιρούς- λόγω της διανομής του κοινωνικού πλεονάσματος που προέκυπτε από την εισροή ξένων κεφαλαίων και του καταμερισμού της εργασίας που συγκροτήθηκε στην Κύπρο. Το «αφήγημα» της κυρίαρχης αστικής τάξης, ειδικά στην Κύπρο (που επανέρχεται επιτακτικότερα και σήμερα στη λεγόμενη μετά-μνημονιακή περίοδο), πατά πάνω σε αυτή την παράμετρο και εδράζεται στη θεωρία «trickle-down economics». Η θεωρία αυτή συμπυκνώνεται στο ότι τα πλεονεκτήματα και τα κέρδη που θα έχουν οι «πάνω» (εταιρείες, επενδυτές, επιχειρηματίες) θα κατηφορίσουν και στα χαμηλότερα στρώματα (θέσεις εργασίας, αύξηση εισοδημάτων, κοινωνική  πρόνοια από φορολογία κερδών κ.α.)  ευνοώντας επομένως όλες τις κοινωνικές τάξεις.

Πρέπει όμως να γνωρίζουμε όλοι ότι μέσα στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις και την όλο περισσότερο παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική αγορά, οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους (μεσαία στρώματα) με τον ίδιο τρόπο που «ανελίσσονται» μπορούν ταυτόχρονα να «εκπίπτουν». Αυτό δείχνει και η ίδια η εμπειρία στην Κύπρο με την κρίση που συνεχίζεται. Παραμένουν μισθωτοί εργαζόμενοι -είναι η «μετά-εργοστασιακή εργατική τάξη» με μια πλατιά έννοια- που αναγκάζονται μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να πουλήσουν και αυτοί την εργατική τους δύναμη.

Μπορεί να μην φέρουν τα χαρακτηριστικά του «συλλογικού εργάτη» των δεκαετιών ’60 και ’70 αφού δεν δραστηριοποιούνται σε βιομηχανικά και χειρωνακτικά εργασιακά περιβάλλοντα ούτε και να «βιώνουν» τις ταξικές καταστάσεις του «βιομηχανικού προλεταριάτου». Δεν παύει όμως να αναγκάζονται για σκοπούς επιβίωσης, αφού δεν έχουν στην ιδιοκτησία τους κάποιο μέσο παραγωγής μιας και ζούμε σε καπιταλιστικές συνθήκες, να εκμισθώσουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους. Οι εργαζόμενοι αυτοί λοιπόν συγκροτούνται ως κοινωνικό υποκείμενο στην πλευρά του κόσμου της εργασίας –και όχι βεβαίως του κεφαλαίου- και αποτελούν μέρος του εν δυνάμει πολιτικού υποκειμένου στην πάλη για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας.

 

Bandiera – Συλλογικότητα Αναρχικών και Κομμουνιστών

 

[1] Μαρξ, Κ. (1984), Θεωρίες για την υπεραξία. Μέρος Πρώτο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

[2] Μαρξ, Κ. (1989) Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, Αθήνα: Στοχαστής