Προεδρικές εκλογές: O λαός διαλέγει τις αλυσίδες του

top, Κείμενα

Οι προεδρικές εκλογές που διεξάγονται σε λίγες μέρες, γίνονται μέσα σε ένα αντιδραστικό σκηνικό που δίνει την αίσθηση ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και τους επίδοξους διαχειριστές του αστικού κράτους που διεκδικούν την ψήφο του λαού, του οποίου το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο όποιος κι αν εκλεγεί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους εννέα υποψηφίους συνολικά, κανένας δεν προέρχεται από τον χώρο της αριστεράς. Εκτός από τους πέντε υποψήφιους που υποστηρίζονται από κοινοβουλευτικά κόμματα, οι υπόλοιποι τέσσερις αποτελούν ένα συνονθύλευμα ατόμων που προέρχονται από τον ευρύτερο ακροδεξιό χώρο, είτε τυχοδιώκτες επιχειρηματίες.

Όταν στις προηγούμενες εκλογές η Κύπρος έμπαινε σε καθεστώς μνημονίου,  κανένας υποψήφιος δεν ήταν διατεθειμένος να καταργήσει το μνημόνιο ή να συγκρουστεί με την τρόικα. Κι όμως σήμερα, πέντε χρόνια μετά, τα ίδια πρόσωπα (οι 3 πρώτοι σε ψήφους το 2013 επαναδιεκδικούν την προεδρία) που έθεταν εκβιαστικά διλήμματα τύπου «μνημόνιο ή χρεοκοπία» και που επέβαλαν ως μονόδρομο τις αντιλαϊκές πολιτικές που εκπορεύονταν  από το ντόπιο κεφάλαιο αλλά και την τρόικα, όπως και την ευρωπαϊκή ελίτ, είναι ξανά υποψήφιοι υποσχόμενοι στον λαό καλύτερες μέρες, ενώ και τα κόμματα που τους στηρίζουν, συνέβαλαν στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής με την συναινετική τους στάση  μέσα και έξω από την βουλή.

Χάρη σε αυτή την ευρύτερη συναίνεση και υποταγή στις επιβουλές κράτους και κεφαλαίου που ακολούθησε στο σύνολο της σχεδόν η αντιπολίτευση, ο Αναστασιάδης ως επικεφαλής της κυβέρνησης που επισφράγισε το μνημόνιο με το κούρεμα καταθέσεων και τη σκληρή πολιτική λιτότητας που εφάρμοσε σε όλη την διάρκεια της θητείας της, εμφανίζεται ο επικρατέστερος για να κερδίσει και να επανεκλεγεί. Ενώ αρχικά προκάλεσε μια πρωτοφανή λαϊκή οργή, με χιλιάδες να διαδηλώνουν έξω από το προεδρικό και την βουλή, όταν ψηφίζονταν το κούρεμα και τα μνημονιακά νομοσχέδια, στην συνέχεια, κατάφερε να εδραιώσει την κοινωνική ειρήνη και ταξική συνεργασία και να εμφανίζει σήμερα ως επίτευγμα την έξοδο δήθεν από τα μνημόνια και την κρίση.

Η πραγματικότητα φυσικά είναι πολύ διαφορετική. Η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς και στην υποτιθέμενη «μεταμνημονιακή» περίοδο. Οι περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών, το τσάκισμα των συλλογικών συμβάσεων, οι εκποιήσεις σπιτιών, η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και οι ελαστικές μορφές εργασίας, οι ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών και άλλων οργανισμών, η λεηλασία του ταμείου κοινωνικών ασφαλίσεων και η διάλυση της δημόσιας υγείας και παιδείας, είναι μόνο μερικά από τα πεπραγμένα της κυβέρνησης και της πλουτοκρατίας.

Η ομηρία με την τρόικα συνεχίζεται αφού σε συμφωνία με την κυβέρνηση, θα συνεχίζουν να επιβάλουν μέτρα μέχρι την αποπληρωμή του 75% του δημοσίου χρέους. Ενδεικτικά για να αναφέρουμε  το μέγεθος του ψεύδους περί μεταμνημονιακής περιόδου, η πρώτη δόση προς το ΔΝΤ και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης θα αρχίσει το 2020.

Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, που ηγείται μιας συμμαχίας των κομμάτων του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου, δεν διαφοροποιείται σχεδόν καθόλου στην κοινωνικο-οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, όσο κι αν πασχίζει να δείξει το αντίθετο, αφού στήριξε όλα τα μνημονιακά και αντιλαϊκά νομοσχέδια της. Ήταν ο μεγαλύτερος υπερασπιστής των τραπεζικών συμφερόντων  από την περίοδο με το σκάνδαλο της Λαϊκής και τα πρώτα μέτρα που επέβαλε η τρόικα όταν ακόμα κυβερνούσε ο Χριστόφιας.

Σήμερα ως κλασικός δημαγωγός ισχυρίζεται ότι θα επαναδιαπραγματευτεί με την τρόικα το χρέος, ενώ θα διατηρήσει λέει, το δημόσιο χαρακτήρα των ημικρατικών οργανισμών, την στιγμή που έχει υπερψηφίσει όλα τα νομοσχέδια που αφορούν εκποιήσεις, ιδιωτικοποιήσεις και αποκρατικοποιήσεις.

Ο λεγόμενος ενδιάμεσος χώρος που στηρίζεται από συντηρητικά/εθνικιστικά τμήματα της αστικής τάξης, τα οποία επιδιώκουν μια πιο “σκληρή γραμμή” στο Κυπριακό, αποτελείται από ένα ανομοιογενές σύνολο πολιτικών κομμάτων με διαφορετικές θέσεις. Οι διαφορές αυτές συγκαλύπτονται κάτω από τον αόριστο τίτλο της Νέας Στρατηγικής η οποία όμως πέρα από κάποια αφηρημένα ψήγματα γεωπολιτικής αναβάθμισης, αξιοποίησης ΑΟΖ, αξιοποίησης ΕΕ και συμμάχων δεν κομίζει τίποτε ουσιαστικό ή εναλλακτικό σε ότι αφορά τη διαχείριση του Κυπριακού.

Αντιθέτως, καλλιεργεί τις ψευδαισθήσεις ότι θα χρησιμοποιήσει τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, τις συμμαχίες με ιμπεριαλιστικά κράτη κ.α. για να προκαλέσει “κόστος στην Τουρκία”, ενώ η ίδια η πραγματικότητα σε μια σειρά από ζώνες διεθνούς εμπλοκής πχ Συρία τους διαψεύδει πανηγυρικά. Η υποψηφιότητα Παπαδόπουλου φιλοδοξεί να καταστεί η υποψηφιότητα της λεγόμενης “εθνικής αστικής τάξης” απευθυνόμενος στα μεσοαστικά/μικροαστικά στρώματα, και προσπαθεί να δείξει ότι έρχεται σε αντιδιαστολή με το έτερο αστικό ρεύμα, που πολιτικά εκφράζεται από την υποψηφιότητα Αναστασιάδη.

Είναι σαφές όμως ότι η αστική τάξη στην Κύπρο (στο σύνολο της και ανεξαρτήτως επιμέρους διαφορών) παραμένει οργανικά συνδεδεμένη με τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, σε τέτοιο βαθμό, που ο προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής του Κράτους είτε με Αναστασιάδη, είτε με Παπαδόπουλο, είτε με Μαλά δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί.

Το ΑΚΕΛ κατεβαίνει με τον φιλελεύθερο τεχνοκράτη,  Σταύρο Μαλά που ήταν υποψήφιος και το 2013, ο οποίος δεν έχει αλλάξει ριζικά τις θέσεις του, αλλά ούτε είχε κάποια αξιοσημείωτη παρουσία στην πολιτική σκηνή από τότε μέχρι σήμερα. Σε σχέση ειδικότερα με τις μνημονιακές πολιτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση Αναστασιάδη, όχι μόνο δεν διαφωνεί επί της ουσίας, αλλά δηλώνει ακόμα και σήμερα ότι, και ο ίδιος τόνιζε τότε στον Αναστασιάδη, ότι πρέπει να υπογράψει άμεσα μνημόνιο.

Ενδεικτικό της (νέο)φιλελεύθερης πορείας που ακολουθεί η ηγεσία του ΑΚΕΛ, είναι ότι πριν να πάρει απ’ αυτήν το χρίσμα ξανά ο Μαλάς, η πρώτη επιλογή ήταν ο μεγαλοεπιχειρηματίας Μαικ Σπανός, ιδιοκτήτης και διευθυντής εταιριών, στέλεχος πολυεθνικών και ανώτερο τραπεζικός στέλεχος, υπέρμαχος των ιδιωτικοποιήσεων και εκποιήσεων, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε ότι η τρόικα είναι ”ναυαγοσώστες μας” , το μνημόνιο αναγκαίο ”σωφρονιστικό πρόγραμμα” και η μείωση των μισθών απαραίτητη. Τελικά ο υπερβάλλοντας ζήλος του σε αυτές τις απόψεις ανάγκασε την ηγεσία να τον αποσύρει και να στραφεί ξανά στον Μαλά μη έχοντας άλλη επιλογή.

Ο ίδιος μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα έκανε τη δήλωση που προαναφέραμε περί αναγκαιότητας του μνημονίου για να σωθούν οι τράπεζες, όπως είπε, ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να ανασκευάσει λέγοντας ότι δεν θα υπέγραφε ποτέ μνημόνιο με κούρεμα και ιδιωτικοποιήσεις. Ως υπουργός υγείας όμως επί κυβέρνησης Χριστόφια, ήταν αυτός που πέρασε το πρώτο άτυπο «μνημονιακό νομοσχέδιο» στο χώρο της υγείας με τις χρεώσεις στις πρώτες βοήθειες, στις ιατρικές εξετάσεις και στα φάρμακα. Τάσσεται έντονα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά υποστήριξε την προοπτική απελευθέρωση της αγοράς ενός κοινωνικού αγαθού όπως είναι ο ηλεκτρισμός, λέγοντας ότι θέση του βεβαίως είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της ΑΗΚ.

Πέραν από τις υποσχέσεις για περισσότερες κοινωνικές παροχές, εκεί που φαίνεται να ξεχωρίζει κάπως από τους υπόλοιπους ο Μαλάς είναι οι δεσμεύσεις περί διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας, αλλαγή των βιβλίων της ιστορίας με επίκεντρο μια πιο ανθρωποκεντρική παιδεία και με δικοινοτικό χαρακτήρα, ζητήματα όμως που και η κυβέρνηση Χριστόφια εξέφρασε αρχικά την πρόθεση να τα υλοποιήσει όμως στην πράξη δεν άλλαξε τίποτα.

Η υποψηφιότητα Μαλά η οποία προσπαθεί να παρουσιάσει ότι θα κινηθεί με ισορροπημένη εξωτερική πολιτική, κρατώντας καλές σχέσεις με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα κ.α. σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται σε τροχιά ρήξης είτε με τις ΗΠΑ, είτε με τη Μ. Βρετανία, πόσο μάλλον με την Ε.Ε. που τονίζει μάλιστα τον ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό που χρειάζεται να’ χει η Κύπρος χωρίς καμία κριτική για τον ρόλο και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της.

Η υποψηφιότητα Μαλά σε ότι αφορά το Κυπριακό ζήτημα δείχνει να εκφράζεται μέσω μιας πολιτικής “σοσιαλπασιφισμού” η οποία αντί να αναδεικνύει τον “ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα” του Κυπριακού, επιχειρεί να συσκοτίσει αυτές τις πτυχές. Η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού αποδεσμεύεται από τα συγκρουόμενα συμφέροντα που υπάρχουν στην περιοχή, και παρουσιάζεται ως μια διαδικασία για την οποία αρκεί “η βούληση” και “οι επιθυμίες” των ηγεσιών των 2 κοινοτήτων.

Πίσω από κενά και αόριστα συνθήματα για “ειρήνη” και “επανένωση”, και με τμήματα της μεσοαστικής διανόησης να αναλαμβάνουν την ιδεολογική νομιμοποίηση και ανακατασκευή της ιστορίας, το Κυπριακό περιορίζεται μοναχά στο πλαίσιο του ζητήματος των διαφορών μεταξύ των δύο κοινοτήτων οι οποίες είναι θύματα των ίδιων πολιτικών. Θεωρούμε ότι το Κυπριακό ζήτημα, είναι εξίσου πρόβλημα ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και επεμβάσεων στη περιοχή, όπως και συγκρουόμενων εθνικισμών των δύο κοινοτήτων ιστορικά, δεδομένου ότι το εθνοτικό μίσος υποδαυλίστηκε από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα.

Ο Χρίστος Χρίστου, πρόεδρος του ΕΛΑΜ, αδερφό κόμμα της Χρυσής Αυγής, (ο ίδιος έχει διατελέσει στέλεχος της χρυσής αυγής και μέλος της προσωπικής φρουράς του Μιχαλολιάκου) αναμένεται να καταγράψει αυξημένα ποσοστά και ψήφους, διεκδικώντας την τέταρτη θέση. Είναι η δεύτερη φορά που συμμετέχει στις προεδρικές εκλογές το ΕΛΑΜ, σαφώς ενισχυμένο σήμερα, μετά και την είσοδο του διαδοχικά στα δημοτικά συμβούλια και την βουλή.

Το ζοφερό πολιτικό τοπίο ευνοεί σε μεγάλο βαθμό το νεοναζιστικό μόρφωμα, καθώς υιοθετώντας ένα άκρατο λαϊκισμό σε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα (όψιμος αντιμνημονιακός και φιλολαϊκός λόγος) παράλληλα με υπερσυντηρητικές θέσεις σε άλλα, ασκεί κριτική στις προηγούμενες κυβερνήσεις ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ για τις μνημονιακές πολιτικές και την διαφθορά, αλλά και στα υπόλοιπα κόμματα για συνεργασία και υπερψήφιση των σχετικών μέτρων στην βουλή.

Ταυτόχρονα προωθώντας μια σκληρή γραμμή στο Κυπριακό με έντονη εθνικιστική ρητορική, ταυτίζει την στρατηγική ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κατηγορώντας τους για υποταγή στις τουρκικές αξιώσεις, εμφανιζόμενο ως το μόνο κόμμα που είναι ξεκάθαρα ενάντια στην διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, όχι φυσικά για τα διαιρετικά στοιχεία που εμπεριέχει, αλλά γιατί επιθυμεί ένα εθνικό κράτος. Στηριζόμενο από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου, όπως και τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο σύμφωνα και με δηλώσεις του αρχηγού της χρυσής αυγής, φαίνεται να εδραιώνει την παρουσία του στο πολιτικό σύστημα.

Το ΕΛΑΜ βρίσκει πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί, αφού είναι εμφανής η εκκωφαντική σιωπή και ανυπαρξία ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος, ανατρεπτικών κοινωνικών ρευμάτων και πολιτικών δυνάμεων που να δρουν μαχητικά ενάντια στην ακροδεξιά, ξεσκεπάζοντας και αποκαλύπτοντας τον ρόλο της ως το πιο αντιδραστικό στήριγμα της άρχουσας τάξης και της πλουτοκρατίας, η πιο βάρβαρη έκφραση του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος.

Το ΕΛΑΜ  όποιο προσωπείο κι αν βάλει, η οργανική του σχέση με την χρυσή αυγή και η ταύτιση του ιστορικά με το φασιστικό παρακράτος, την χούντα και την εοκα β, αποδεικνύει και την ιδεολογική του ταυτότητα, τον ναζισμό. Εφαρμόζει στρατηγικά πιστά αυτά που έλεγε ο βιομήχανος ναζί Γκούσταφ Γκρουπ: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος εννοώντας του κομμουνιστικού δόγματος, που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας.»!

Σχετικά με το ζήτημα της ΑΟΖ και τις ενεργειακές πολιτικές, όλοι οι υποψήφιοι υποστηρίζουν την αξιοποίηση του φυσικού αερίου, μέσω της κατασκευής του αγωγού East-Med, αγωγός ο οποίος αποκρυσταλλώνει σε οικονομικό-υλικό επίπεδο τον αντιδραστικό άξονα Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα και Ιταλίας. Ο αγωγός αυτός αποτελεί στρατηγικό στόχο της ελληνικής αστικής τάξης (βιομηχανικό, εφοπλιστικό και τραπεζικό κεφάλαιο) και τμημάτων της ε/κ που έχουν στόχο την περιφερειακή τους αναβάθμιση για να καταστούν πιο αξιόπιστοι  σύμμαχοι για τους δυτικούς, σε σύγκριση με την Τουρκία.

Σε αυτό το σημείο κρίνουμε απαραίτητο να σχολιάσουμε το ύφος της «προεκλογικής εκστρατείας» των υποψηφίων και των υποστηρικτών τους γύρω από το «εθνικό» ζήτημα. Σε μεγάλο βαθμό η επιλογή του εκάστοτε υποψηφίου κρίνεται πάνω στις θέσεις που έχει στο κυπριακό, όπου το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε λόγο της αναπτυγμένης κινητικότητας γύρω από τις συνομιλίες της τελευταίας πενταετίας . Οι διεκδικητές της εξουσίας βλέπουν το κυπριακό ως το κυρίαρχο θέμα που ταλανίζει την Κύπρο, στέλνοντας τα υπόλοιπα ταξικά και κοινωνικά ζητήματα στις «ελληνικές καλένδες».

Χωρίς να υποβιβάζουμε την κρισιμότητα του ζητήματος της τουρκικής κατοχής και του γεωγραφικού – κοινωνικού και πολιτικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, πιστεύουμε ότι η υποβάθμιση των υπόλοιπων ζητημάτων έναντι του εθνικού, συσκοτίζει την αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός ανατρεπτικού ρεύματος, που θα απαντά σε όλα τα οξυμένα κοινωνικά, εργασιακά προβλήματα του νησιού. Θεωρούμε ότι το μόνο που μπορεί να φέρει ελπίδα στο κυπριακό ζήτημα είναι η σύζευξη αυτού του ρεύματος με ένα παράλληλο μαχητικό ρεύμα στα κατεχόμενα, τα οποία με ενιαίους ταξικούς αγώνες θα αποτελέσουν το δικοινοτικό αυτό κίνημα που θα αντιπαρατεθεί με τις επιδιώξεις των ελίτ και στις 2 κοινότητες, θα υπερβεί τα πλαίσια που καθορίζουν οι κυρίαρχες τάξεις και θα μπορεί να θέσει τους δικούς του όρους και προϋποθέσεις, στην προοπτική για την απελευθέρωση από ιμπεριαλιστές αλλά και ντόπιους δυνάστες.

Το επίδικο, τουλάχιστον σε αυτές τις εκλογές, θεωρούμε πως δεν μπορεί να βρεθεί στις κάλπες. Οι ψηφοφόροι για άλλη μια φορά καλούνται να επιλέξουν το μη χείρον ως βέλτιστον βαδίζοντας σε ένα μονόδρομο για τις τύχες της ζωής τους στο εργασιακό, στο κοινωνικό αλλά και στο επίπεδο μιας αξιοπρεπούς επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος. Η αποτυχία της κοινοβουλευτικής αριστεράς να αναπτύξει αντιστάσεις στις κυρίαρχες πολιτικές και η πλήρης ενσωμάτωσή της σε αυτές, σπρώχνει μερίδα των λαϊκών στρωμάτων είτε στον εθνικισμό, είτε στην πλήρη απαξίωση της πολιτικής.

Η εκλογική διαδικασία, ως η κορύφωση της δημοκρατίας, όπως μας παρουσιάζεται από το αστικό κράτος, είναι στην ουσία πλήρως αντιδημοκρατική. Αυτό που επιτυγχάνει είναι να λειτουργεί ως εργοστάσιο μαζικής παραγωγής ψευδαισθήσεων που οδηγεί τους πολίτες να εξαντλούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα κάθε πέντε χρόνια στις κάλπες.

Αυτές οι εκλογές δεν μπορούν να θεωρούνται γιορτή της δημοκρατίας, από την στιγμή που οι όποιοι υποψήφιοι αναδεικνύονται, δεν επιλέγονται μέσα από μαζικές διαδικασίες από τα κάτω, αλλά από τις πολιτικές, κομματικές και οικονομικές ελίτ.

Μέσα στα πλαίσια του συστήματος ένα προωθητικό αίτημα το οποίο οι εργαζόμενοι και οι πολίτες θα έπρεπε να παλεύουν είναι ο εργατικός έλεγχος και η συμμετοχή τους τόσο σε πολιτειακό επίπεδο όσο και στην παραγωγική διαδικασία. Το αίτημα της αιρετότητας και της ανακλητότητας όλων των εκπροσώπων μαζί με την πληρωμή ίσα με τον μέσο μισθό του εργάτη, είναι δύο διεκδικήσεις που μπορούν να αντιστρέψουν τη λειτουργία του κράτους και των κρατικών οργάνων από αφέντες της κοινωνίας σε υπηρέτες της.

Τότε η κοινωνία θα έμπαινε στην απαραίτητη διαδικασία μιας ουσιαστικής συμμετοχής, σε μια πιο προωθημένη μορφή δημοκρατίας. Αυτό θα συμβάλει σε μια ριζοσπαστική ταξική συνειδητοποίηση των  εργαζομένων και των καταπιεσμένων ούτως ώστε να γυρίσουν την πλάτη σε όλους αυτούς που τους εκμεταλλεύονται και να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, να οργανωθούν παλεύοντας για τις ανάγκες τους και για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Leave a Reply