Για την τουρκική εισβολή στο Αφρίν

top, Κείμενα

Εδώ και αρκετές μέρες η τουρκική κυβέρνηση ξεκίνησε στρατιωτικές επιθέσεις σε αεροπορικό και σε χερσαίο επίπεδο, εναντίον του Αφρίν, στη Συρία. Αποτέλεσμα αυτών είναι ο θάνατος πολλών αμάχων, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, όπως επίσης και ο εκτοπισμός πολλών κατοίκων της περιοχής από τα σπίτια τους. Η πόλη Αφρίν βρίσκεται στη βόρεια Συρία, στη τουρκό-συριακή μεθόριο και από το 2012 με την αποδοχή της συριακής κυβέρνησης (λόγω του πολέμου στον οποίο ενεπλάκη με το ISIS και τον λεγόμενο «Ελεύθερο Συριακό Στρατό»), ελέγχεται από το κουρδικό YPG.

Το YPG (Μονάδες Λαϊκής Προστασίας) αποτελεί κατ’ ουσία τον ένοπλο βραχίονα του κουρδικού κόμματος της Συρίας, του PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης). Η πόλη Αφρίν είναι η «πρωτεύουσα» ενός εκ των τριών «καντονιών» της λεγόμενης «Δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας» (Ροτζάβα) που ντε φάκτο αυτοανακηρύχθηκε, το 2012, από τους Κούρδους και άλλες εθνοτικές/θρησκευτικές ομάδες που κατοικούν εκεί (Άραβες, Τουρκμένοι, Γιαζίντις, Αραμαίοι, Χριστιανοί κ.α.)

Η κυβέρνηση Ερντογάν, είχε συμβάλει εξ αρχής στο ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία, μαζί με τις ΗΠΑ και διάφορες μοναρχίες του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα  κ.α.), στηρίζοντας και εξοπλίζοντας διάφορους αντιπροσώπους (proxies) όπως η Αλ-Νούσρα και ο «Ελεύθερος Συριακός Στρατός». Την ίδια στιγμή αποδεδειγμένες είναι οι συνδιαλλαγές που είχε (οικονομικές, στρατιωτικές) με τους τζιχαντιστές του ISIS. Η Τουρκία είχε θέσει ως στρατηγικό στόχο τη δημιουργία μιας «ζώνης ελέγχου» εντός του εδάφους της Συρίας, ζώνη η οποία της επέτρεπε να αναβαθμιστεί περιφερειακά στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και κατ’ επέκταση να αποκτήσει πλεονεκτικότερη θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ο στόχος αυτός αποτελεί όψη και αντανάκλαση της «αναθεωρητικής» πολιτικής του ισλαμικού τμήματος της τουρκικής αστικής τάξης και ουδέποτε εγκαταλείφθηκε.

Μετά τις νίκες που πέτυχαν οι Κούρδοι εναντίον του ISIS και τη συγκρότηση του αραβό-κουρδικού συνασπισμού των «Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων» (SDF) –κύριος κορμός των οποίων είναι το YPG- με την στήριξη των ΗΠΑ, η Τουρκία άρχισε να αντιδρά. Η εδραίωση των κουρδικών δυνάμεων και ο ντε φάκτο έλεγχος που ασκούν αποτελούσε «ευθεία απειλή» για τους σχεδιασμούς της Τουρκίας, σχεδιασμοί που άρχισαν να δυσκολεύουν περαιτέρω μετά την ενίσχυση των Κούρδων. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε και ένα από τα πεδία «ρήξης» με τις ΗΠΑ τις οποίες η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγορούσε ότι στήριζαν «τρομοκρατικές οργανώσεις» μιας και το PYD θεωρείται από την Τουρκία ως «παράρτημα» του PKK (Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν). Οι ΗΠΑ από δικής τους πλευράς στήριξαν οικονομικά και στρατιωτικά τους Κούρδους, καθότι «αποδείχτηκαν» ως η πιο «αξιόπιστη» χερσαία δύναμη, ενώ παράλληλα αξιοποιούσαν τη «βοήθεια» που προσέφεραν στις κουρδικές ένοπλες πολιτοφυλακές ως νομιμοποιητικό πέπλο για διατήρηση αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος της Συρίας.

Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω οι προθέσεις των ΗΠΑ για σύσταση κάποιας μορφής συνοριακής φυλακής, 30 000 ατόμων, αποτελούμενης κατά 50% από Κούρδους πολιτοφύλακες, διεύρυνε τις «ανησυχίες» της Τουρκίας. Ανησυχίες οι οποίες αφορούσαν την πιθανή προοπτική όπως οι Κούρδοι εδραιωθούν μόνιμα ως πολιτική οντότητα, αποκτώντας παράλληλα θαλάσσια διέξοδο στην Αν. Μεσόγειο. Η κυβέρνηση Ερντογάν η οποία προσχεδίαζε εδώ και καιρό μια επέμβαση στη βόρεια Συρία, απλά περίμενε να δοθεί η κατάλληλη αφορμή για να ενεργοποιήσει τους σχεδιασμούς της.

Εδώ να σημειωθεί ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ και της Τουρκίας χειροτέρευαν όλο και περισσότερο λόγω διαφορετικών προσανατολισμών σε ότι αφορά το Συριακό, και οι οποίες επιδεινώθηκαν λόγω του «κουρδικού». Σε αυτά προσθέτουμε το ζήτημα έκδοσης Γκιουλέν, τη δίκη του Τουρκό-Ιρανού επιχειρηματία Ρεζά Ζαρράπ, και την πρόσφατη «διπλωματική κρίση» μεταξύ των πρεσβειών. Η κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών δοκιμάστηκε επίσης έντονα τον Ιούλιο του 2016 λόγω του πραξικοπήματος, με την Τουρκία να αφήνει σαφείς υπόνοιες ότι πίσω από αυτό βρίσκονταν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ.

Ως αποτέλεσμα της άνω κρίσης η Τουρκία πήρε την απόφαση να προσεγγίσει σε κάποιο βαθμό τη Ρωσία (π.χ. αγορά οπλικού συστήματος S-400) ενώ μαζί με την προαναφερόμενη χώρα και το Ιράν ηγούνται της διαδικασίας πολιτικής επίλυσης του Συριακού ζητήματος. Η Τουρκία η οποία επί του εδάφους παραμένει σε δυσμενέστερη θέση από τη Ρωσία και το Ιράν επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τους όρους επί του εδάφους για να μπορέσει να διεκδικήσει περισσότερα στο πολιτικό-διαπραγματευτικό κομμάτι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται τα εξής δεδομένα:

(α) Η Ρωσία η οποία ελέγχει τον εναέριο χώρο πάνω από την περιοχή του Αφρίν και διατηρούσε στρατεύματα στην περιοχή, είχε ζητήσει από τους Κούρδους να αποδεχτούν όπως ο κυβερνητικός Συριακός  Αραβικός Στρατός επανακτήσει τον νόμιμο έλεγχο του Αφρίν. Ως αντάλλαγμα εγγυήθηκε στους Κούρδους την ασφάλεια τους και τη θεσμική συμμετοχή τους στον εθνικό διάλογο για την πολιτική επίλυση του Συριακού ζητήματος, με την κυβέρνηση Άσσαντ να εμφανίζεται έτοιμη για παραχώρηση αυτονομίας. Η κουρδική πλευρά αρνήθηκε αυτή την πρόταση βλέποντας την με «καχυποψία.

(β) Η Τουρκία η οποία παρακολουθούσε τις εξελίξεις ζητούσε επιτακτικά από τη Ρωσία να «ανάψει» το πράσινο φως για επιδρομές στην περιοχή. Η Ρωσία ισχυριζόμενη ότι οι κουρδικές δυνάμεις ενδεχομένως να αποτελέσουν μια δυνητικά «πολιτικό-στρατιωτική βάση» των Αμερικανών και να καταστούν το προγεφύρωμα των ΗΠΑ για περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Συρίας (βλ. κατηγορίες Λαβρόφ) άναψε το πράσινο φως στην Τουρκία. Με αυτή τη στρατηγική κίνηση ήλπιζε ότι θα οδηγούσε τους Κούρδους σε μια απόφαση-μονόδρομο. Οι επιδρομές των Τούρκων θα έφερναν τους Κούρδους της Συρίας ενώπιον ενός εκβιαστικού διλήμματος: είτε θα υποστούν τους τουρκικούς βομβαρδισμούς,  είτε θα δεχθούν τη βοήθεια της Συριακής κυβέρνησης με το Συριακό στρατό να εισέρχεται στο Αφρίν αποκτώντας τον έλεγχο του και σταματώντας την τουρκική επίθεση.

(γ) Γνωρίζοντας, οι Ρώσοι, ότι οι ΗΠΑ θα κρατούσαν «ουδέτερη στάση» αφού δεν τους έβγαινε να «συγκρουστούν» περαιτέρω με την Τουρκία για τα «μάτια» των Κούρδων οδηγούν τα πράγματα –όπως φαίνεται- εκεί που ήθελαν. Να αναφέρουμε εδώ ότι οι ΗΠΑ ζήτησαν από την Τουρκία να επιδείξει «αυτοσυγκράτηση», αναγνωρίζοντας όμως «τα νόμιμα συμφέροντα» που έχει ως κράτος.

Την ίδια «ποντιοπιλατική» στάση κράτησε και το ΝΑΤΟ. Είναι προφανές ότι όσες διαφορές και να υπάρχουν μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας, οι Αμερικανοί δεν είναι διατεθειμένοι να «εγκαταλείψουν» τον στρατηγικό τους σύμμαχο. Αντιθέτως, η Τουρκία καταφέρνει με τις κινήσεις της να καταδεικνύει στις ΗΠΑ την τεράστια γεωστρατηγική σημασία που έχει ως χώρα στην περιοχή. Οι  Κούρδοι, οδηγήθηκαν στην απόφαση-μονόδρομο που ήθελαν οι Ρώσοι, ήδη έχουν ζητήσει επίσημα από τη Συριακή κυβέρνηση να αποστείλει στρατεύματα προς βοήθεια τους για να αναχαιτίσει τις τουρκικές επιθέσεις.

(γ) Τόσο η Συρία όσο και το Ιράν έχουν καταδικάσει τις τουρκικές πολεμικές δραστηριότητες, οι οποίες παραβιάζουν τη συριακή κρατική κυριαρχία, και τις οποίες συνδέουν άμεσα με την γενικότερη επιθετικότητα και τον μιλιταριστικό επεκτατισμό που επέδειξε εξ αρχής η Τουρκία. Τόσο η Συρία όσο και το Ιράν δεν λησμονούν το ρόλο που διαδραμάτισε το τουρκικό κράτος τα προηγούμενα χρόνια τόσο στην αποσταθεροποίηση της Συρίας όσο και στην παραβίαση της συριακής ανεξαρτησίας.

(δ) Υπενθυμίζουμε ότι η Συρία αποτελεί ένα από τα κράτη που βρίσκονται εκτός ιμπεριαλιστικής σφαίρας επιρροής των δυτικών κάτι το οποίο αποτελεί την πρωταρχική αιτία για την οποία οι ΗΠΑ αποφάσισαν να ξεκινήσουν τον πόλεμο εναντίον της. Σημειώνουμε ότι τα κράτη που εμποδίζουν την υλοποίηση της αμερικανικής ηγεμονίας έχουν τεθεί στο στόχαστρο του δυτικού ιμπεριαλισμού με απώτερο σκοπό την αποσταθεροποίηση τους. Όπως καταγράφαμε σε προηγούμενες ανακοινώσεις μας η πολιτική κρίση στο Λίβανο, η αναθέρμανση του παλαιστινιακού, οι συγκρούσεις στην Υεμένη κ.α. εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Η πρόσφατη «κρίση» στο Ιράν την οποία οι ΗΠΑ επιχείρησαν να αξιοποιήσουν δεν είναι αξεχώριστη από το πλαίσιο.

Ως συλλογικότητα, στέλνουμε μήνυμα διεθνιστικής αλληλεγγύης στους Κούρδους μαχητές που αγωνίζονται ενάντια στην επιθετικότητα του τουρκικού κράτους. Μήνυμα διεθνιστικής αλληλεγγύης εκφράζουμε και στο Συριακό λαό, που αγωνίζεται για τη διαφύλαξη της κυριαρχίας του απέναντι στις ξένες επεμβάσεις που την υπονομεύουν. Θεωρούμε ότι οι Κούρδοι (και οι άλλες εθνότητες) με τον προοδευτικό αγώνα που διεξάγουν τα τελευταία χρόνια και τις κοινωνικό-πολιτικές δομές που κτίζονται στη Ροτζάβα πρέπει να τύχουν της αμέριστης στήριξης μας ενάντια στο φασισμό και την επιθετικότητα της κυβέρνησης Ερντογάν.

Η αυτόνομη περιοχή της Ροζάβα, αποτελεί ένα εγχείρημα διαφυλετικής και διαθρησκευτικής κοινωνικής οργάνωσης πέρα από κρατικά σύνορα. Οι τοπικές συνελεύσεις (κομμούνες, όπως έχουν ονομαστεί) δημιουργούν μια βάση για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων και την συλλογική αναδιοργάνωση της εργασίας.

Αυτή η επαναστατική διαδικασία έβαλε στο επίκεντρο και τις γυναίκες, δημιούργησε τις συνθήκες χειραφέτησης τους αλλά και αυτοοργάνωσης τους, μέσα από τις νέες κοινωνικές δομές, ιδιαίτερα μέσω της μαχητικής συμμετοχής τους στα τάγματα του YPJ ((Γυναικείες Δυνάμεις Άμυνας).

Έτσι η Ροζάβα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και δημιούργησε ένα παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης. Οργανώσεις και αγωνιστές από κάθε γωνιά της γης, συγκρότησαν το Διεθνές Τάγμα Ελευθερίας για να πολεμήσουν στο πλευρό του κουρδικού λαού. Τα μέλη του τάγματος καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως από διάφορες τάσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Το κύμα αλληλεγγύης μεγαλώνει μέρα με την μέρα.

Από την άλλη όμως, θεωρούμε ότι για να υπάρξουν προοπτικές επιτυχίας του κοινωνικού αγώνα που δίνουν οι Κούρδοι, πρέπει άμεσα να απεμπλακούν από την όποια αμερικανική ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουν το εγχείρημα τους να καταστεί προπέτασμα των ΗΠΑ και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, να αποτελέσει δηλαδή εν γένει τον μανδύα μέσω του οποίοι οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να απειλούν την εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Συρίας.

Άλλωστε, οι ίδιοι οι Κούρδοι έχουν συστηματικά δηλώσει ότι στόχος τους δεν είναι ο διαμελισμός της Συρίας ή η συγκρότηση ξεχωριστού έθνους-κράτους αλλά η προοπτική δημιουργίας αυτόνομων δημοκρατικών δομών εντός μιας ομοσπονδοποιημένης Συρίας. Είναι η θέση μας ότι μέσα στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου που διεξάγεται για την πολιτική και συνταγματική επίλυση του Συριακού ζητήματος, οι Κούρδοι μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία με τη συριακή κυβέρνηση κατοχυρώνοντας τις μέχρι τώρα κοινωνικές τους κατακτήσεις.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.