Φασισμός: Η εφεδρική (επανα)θεσμοποίηση του Καπιταλισμού

top, Αναλύσεις

Στο ιστορικό του πλαίσιο, το ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα του φασισμού (ιταλικός φασισμός, γερμανικός ναζισμός κ.α.), γεννήθηκε μέσα στο μεσοπόλεμο, και βρήκε σχηματοποίηση και άνθιση σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Ξεπρόβαλλε στο προσκήνιο με εφεδρικό τρόπο από τμήματα της αστικής τάξης που έβλεπαν τον ριζοσπαστισμό της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος ως απειλή για τα συμφέροντα τους (βλ. Γερμανία – Σπαρτακιστές 1918, «Κόκκινο Αμβούργο» 1923). Εμφανίστηκε στο πολιτικό σκηνικό με «αντί-συστημικό» λόγο σε μια απόπειρα –ανάμεσα σε άλλα- να εμφιλοχωρήσει μέσα στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, για να αναχαιτίσει την προοπτική ολιστικής σύγκρουσης με τον καπιταλισμό και το σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Στην πραγματικότητα όμως, δεν ήταν παρά η ανασύνταξη ισχυρών τμημάτων της κεφαλαιοκρατίας σε συμμαχία με τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα (Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία κ.α.) που έβγαζαν στην επιφάνεια μια άλλη μορφή θεσμοποίησης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Δηλαδή, αμφισβητώντας την «κοινοβουλευτική δημοκρατία» προέταξαν μια λαϊκίστικη-δημαγωγική ρητορική περί «χρεοκοπίας» του αστικό-φιλελεύθερου πολιτικού συστήματος (και όχι του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος) και αναγκαιότητας αναθέσμισης των (καπιταλιστικών) κοινωνικών σχέσεων στη βάση ενός άλλου τρόπου πολιτικής οργάνωση. Με άξονες την ανασύσταση συντεχνιακών δομών, τη σωματειακή κοινωνική οργάνωση και την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού.

Χωρίς όμως, βέβαια, να αμφισβητείται ο πυρήνας του συστήματος παραγωγής και της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Συνεπώς, εδώ αναφέρεται μια προσπάθεια αποσύνδεσης της οικονομίας από την πολιτική, ενώ το κοινωνικό ζήτημα τίθεται σε μεγάλο βαθμό με όρους «ηθικής/αξιοπρέπειας» και τα προβλήματα να εντοπίζονται αποκλειστικά στη σφαίρα της πολιτικής εξουσίας (π.χ. στον παλαιοκομματισμό, τη διαφθορά, τη διαπλοκή κ.α.) και όχι της οικονομίας, δηλαδή, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έτσι αφού τα προβλήματα ανιχνεύονται στη σφαίρα της πολιτικής, τότε και οι λύσεις πρέπει να δοθούν σε αυτή τη σφαίρα.

Άλλωστε, οι αμιγώς ταξικές καταβολές του φασισμού ως το εναλλακτικό πολιτικό σύστημα των αστικών δυνάμεων (έναντι της αστικής-φιλελεύθερης δημοκρατίας) εμφαίνονται από τα αντικειμενικά γεγονότα που πατούν στο υλικό έδαφος της ιστορίας. Για παράδειγμα, ούτε ο φασισμός στην Ιταλία ούτε ο ναζισμός στη Γερμανία θα μπορούσαν να επικρατήσουν χωρίς την υποστήριξη μεγάλου μέρους της βαριάς βιομηχανίας όπως Krupp, Siemens κ.α. στη Γερμανία και Pirelli, Fiat κ.α. στην Ιταλία, της χημικής βιομηχανίας (μονοπώλιο IG Farben) (συμπεριλαμβανομένων της Bayern, της BASF, της ΑGFA κ.α.) που τροφοδοτούσε τους θαλάμους αερίων-κρεματόρια με το αέριο κυκλώνα Β. Κυρίως δε του μονοπωλιακού κεφαλαίου (σύμφυση του βιομηχανικού και χρηματιστικού,- π.χ. Deutsche Bank κ.ά.).

Επομένως, είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι ο φασισμός δεν εγγράφεται ως ξεχωριστό «κοινωνικοοικονομικό» σύστημα, διότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων του καπιταλισμού και μετασχηματισμός της αντιθετικής σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, παρά μόνο μια άλλη -πολιτικής μορφής- κατοχύρωση αυτών των σχέσεων. Η συνέχιση της απομύζησης της υπεραξίας (βλ. απλήρωτη μισθωτή εργασία) και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής βρήκαν θεσμοθέτηση μέσα από άλλες πρακτικές (π.χ. συντεχνιακό κράτος, σωματεία ως πολιτικοί φορείς, κορπορατιβίστικη κοινωνική οργάνωση) και ένα άλλο αξιακό πλαίσιο (π.χ. ανωτερότητα φυλής, ηρωικός πεσιμισμός, βιταλισμός, πολεμικό ιδεώδες, ρομαντισμός κ.α.). Αυτές οι πολιτικές πρακτικές και αυτό το αξιακό-πολιτισμικό φορτίο θεωρείτο ότι αποκαθιστούσαν την «ανομία» και την «παρακμή» που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της φιλελεύθερης θεσμοποίησης του καπιταλισμού.

Ο φασισμός, όπως αναλύσαμε πιο πάνω, όχι μόνο δεν είναι αντικαπιταλιστικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι η πιο ακραία έκφραση του. Ο καπιταλισμός μέσα σε ένα δίκτυο ελεύθερης ανταλλαγής εμπορευμάτων, ξέρουμε ότι πάντα τείνει προς την υπερσυσσώρευση. Αφότου κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής προσπαθεί έναντι των άλλων –και πάντα εκμεταλλευόμενος την εργατική τάξη- να μεγιστοποιήσει το κέρδος του. Αυτή η βουλιμία του καπιταλισμού είναι από την μια αναγκαία για να μπορεί να υπάρξει και από την άλλη είναι και η ίδια του η αρρώστια, καθώς συγκεντρώνοντας αδιάκοπα πλούτο μειώνει την αγοραστική δύναμη της κοινωνικής βάσης, οδηγώντας τον ίδιο σε οικονομικές κρίσεις.

Σε περιόδους κρίσης ή αλλιώς σε περιόδους εκτάκτου ανάγκης, η αστική τάξη θέλει τον ολοκληρωτικό έλεγχο της παραγωγής και άρει όλες τις ελευθερίες που προηγουμένως παραχωρούσε αυξάνοντας παράλληλα τον κρατικό πανοπτικό έλεγχο πάνω στην κοινωνία. Δεν διστάζει να  θρέψει το φασιστικό μόρφωμα ώστε να διαχειριστεί περιθωριακά την απειλή της εργατικής τάξης και το ασύμφορο πλέον μεταναστευτικό πλήθος, μέχρι και να του παραχωρήσει και τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό.

Εξάλλου ο φασισμός και ο καπιταλισμός έχουν και ιδεολογικές συγγένειες, καθώς το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους είναι η επικράτηση έναντι του άλλου. Η πολεμοχαρής, εθνικιστικός και αυταρχικός χαρακτήρας της φασιστικής κοσμοαντίληψης, είναι απλώς μια επιθετικότερη μορφή του φιλελεύθερου καπιταλισμού. ο νόμος του ισχυρού συνεχίζει να υπάρχει με άλλο προσωπείο, καθώς ο «φυσικός» ανταγωνισμός μεταξύ  ιδιωτών μετατίθεται στο ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών/φυλών, η επιτυχημένη ατομικότητα  από επιχειρηματίας γίνεται στρατιωτικός και η κυριαρχία και εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στην παραγωγική διαδικασία από ισότιμη ανταλλαγή υπηρεσιών μετατρέπεται σε πατριωτικό καθήκον.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσεγγίσεις που προσπαθούν να ορίσουν με ψυχιατρικούς όρους το φαινόμενο του φασισμού, κάνοντας αναφορά σε «παρανοϊκούς δικτάτορες» π.χ. Χίτλερ, Μουσολίνι κ.α., εκτός της μεθοδολογικής τους ανεπάρκειας στο να ερμηνεύσουν τα πολιτικά φαινόμενα αφού εξατομικεύουν τα ιστορικά γεγονότα, καταλήγουν συν τοις άλλοις να αποδεσμεύουν το φασισμό από τις συνθήκες που τον γέννησαν.

Επίσης, άλλες προσεγγίσεις που προχωρούν σε μια φαινομενολογική ανάλυση, για παράδειγμα, ότι ο φασισμός σημαίνει ταυτολογικά «άσκηση βίας» ή «αυταρχική συμπεριφορά» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποκόπτουν το φαινόμενο (ως πρακτική) από τις (καπιταλιστικές) δομές του λειτουργώντας αποενοχοποιητικά για το ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα. Κάπου εδώ είναι που επιχειρείται ανιστόρητα να εξισωθεί ο φασισμός με τον κομμουνισμό και να παρουσιαστούν πάνω-κάτω ως πανομοιότυπα ιστορικό-κοινωνικά φαινόμενα. Συγκρίνοντας, θεμελιακά, ανόμοια συστήματα μιας και το ένα είναι κοινωνικοοικονομικό (κομμουνισμός) που επιδιώκει την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων (καπιταλιστικών), ενώ το άλλο ως πολιτικό σύστημα (φασισμός) επιδιώκει την διατήρηση και την (επανά)θέσμιση τους.

Τα πιο πάνω μας επιβεβαιώνουν ότι κανένας αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός αν δεν ανιχνεύει το ζήτημα στη ρίζα του. Και ο νέο-φασισμός, σήμερα, ως πολιτικό φαινόμενο έλκοντας την καταγωγή του από το πάνω πλαίσιο βρίσκει έδαφος ανάπτυξης μέσα σε συνθήκες εκτεταμένης φτωχοποίησης λόγω των καπιταλιστικών κρίσεων (βλ. Ελλάδα, Κύπρος, Ιταλία, Πορτογαλία). Ταυτόχρονα όμως, υποβοηθείται και τροφοδοτείται από την αναθέρμανση του αστικού ρεύματος του εθνικισμού/οικονομικού προστατευτισμού[1] που αναβιώνει ξανά τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στην Ευρώπη (βλ. ΗΠΑ – Τράμπ, Γαλλία – Λεπέν, Γερμανία – AfD, Ολλανδία – Βίλντερς, Βρετανία-UKIP, ευρωσκεπτικιστές κ.α.).

Προτάσσοντας ως ιδεολογικό όχημα την υπεράσπιση της «εθνικής ταυτότητας», της «παράδοσης» και της «πολιτιστικής κληρονομίας» απέναντι στο έτερο αστικό ρεύμα του κοσμοπολιτισμού που θεωρείται ότι υποβαθμίζει το έθνος και το αίσθημα του «πατριωτισμού» (Βλ. Λεπέν vs Μακρόν, Τράμπ vs Χ. Κλίντον κ.α.). Μέσα σε αυτό το πεδίο σύγκρουσης όπου κατ’ ουσία έχουμε δύο αστικά ρεύματα, αφενός του κοσμοπολιτισμού (π.χ. Χ. Κλίντον), αφετέρου του εθνικισμού (π.χ. Τράμπ), που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους, η εργατική τάξη δεν πρέπει να εγκλωβιστεί ούτε βέβαια να βρει αποκούμπι σε φασιστικά μορφώματα.

Να σημειωθεί ότι σε αυτή την αποπροσανατολιστική κατεύθυνση συμβάλλει η επικράτηση μετά-ταξικών προσεγγίσεων (μεταμοντέρνων, μικρό-κοινωνιολογικών, κονστρουκτουβιστικών) που δεν συλλαμβάνουν με ταξικούς-νεωτερικούς όρους την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά αναζητούν με ακραίο σχετικισμό διαφορετικά πεδία συγκρότησης υποκειμένων: στη φυλή, την εθνό-πολιτισμική ετερότητα, την έμφυλη ταυτότητα, τις καταναλωτικές πρακτικές, την «κοινωνία των πολιτών» κ.α. Πεδία, δηλαδή, πέρα από τη σφαίρα παραγωγής (κοινωνικές τάξεις) εκεί όπου δομούνται διαταξικές κοινωνικές κατηγορίες. Έτσι, η σύγκρουση αντί να επικεντρώνεται γύρω από την πρωτεύουσα αντίθεση των κοινωνικών τάξεων, ήτοι καπιταλιστές – εργάτες, μεταφέρεται γύρω από ταξικά ανομοιογενείς «ταυτότητες» (identity politics) και λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για το εργατικό κίνημα.

Αποτέλεσμα της μετατόπισης αυτής είναι να αναφύονται μια σειρά από συγκρούσεις «ταυτοτήτων», που βρίσκονται στη σφαίρα κυκλοφορίας/αναπαραγωγής (και όχι παραγωγής) του κεφαλαίου. Οι αντιθέσεις αυτές, που θεματοποιούνται κυρίως από τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα ως προνομιακά πεδία πολιτικής σύγκρουσης δεν αγγίζουν τη σφαίρα παραγωγής, εκεί όπου δηλαδή παράγεται και αποσπάται/ιδιοποιείται καπιταλιστικά ο κοινωνικός πλούτος. Εξικνείται και περιορίζεται, συνεπώς, το όριο παρέμβασης τους και δυνατότητας ολιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Συνεπαγωγή των ανωτέρω είναι να μην τίθεται η πρωτεύουσα αντίθεση της καπιταλιστικής παραγωγής και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (κεφάλαιο – εργασία) ως το κυρίαρχο πεδίο κοινωνικό-πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά η αντιπαράθεση να περιορίζεται σε δευτερεύουσες θεματικές που αφορούν αποκλειστικά τη σφαίρα κοινωνικής αναπαραγωγής και (δια)ταξικές κοινωνικές κατηγορίες (π.χ. εθνικό-πολιτιστικές κοινότητες, σεξουαλικές ταυτότητες, έμφυλα σύνολα, οικολογικά κινήματα). Κατ’ επέκταση, υπάρχει ο κίνδυνος όπως διάφοροι νέο-φιλελεύθεροι τύπου Μακρόν και Χ. Κλίντον, εκπρόσωποι του κοσμοπολίτικου αστικού ρεύματος, να εμφανίζονται ακόμη και ως «αντιφασίστες-αντιρατσιστές» λόγω της «προοδευτικής» δήθεν στάσης που κρατούν σε ορισμένα από τα πιο πάνω ζητήματα (π.χ. σεξουαλική καταπίεση, έμφυλη ταυτότητα, μεταναστευτικό κ.α.).

Το θέμα δεν είναι βέβαια να παραγνωρίζονται υπαρκτά ζητήματα όπως η έμφυλη και σεξουαλική καταπίεση, η περιβαλλοντική καταστροφή, η ρητορική μίσους/βίαιες επιθέσεις έναντι των μεταναστών, η καταπίεση εθνοτήτων κ.α. αλλά να δίνεται ερμηνευτική προτεραιότητα και ιεραρχική τοποθέτηση των ζητημάτων αυτών εντοπίζοντας τη σφαίρα παραγωγής ως το αίτιο (καπιταλιστικές σχέσεις) και μετά τη σφαίρα αναπαραγωγής ως το αιτιατό (π.χ. οικολογία, έμφυλη ταυτότητα, δικαιώματα μεταναστών κ.α.).

Έτσι τον φασισμό, ως ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα, πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε σαν έκφανση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο όταν βρίσκεται ενώπιον δομικών κρίσεων υπερσυσσώρευσης και κοινωνικής απειλής για επαναστατική ανατροπή του, αναδύει μέσα από τη σκοτεινή του φαρέτρα το όπλο του φασισμού. Τον οποίο μάλιστα ενδύει με «φιλολαϊκό ριζοσπαστισμό» και «αντί-πλουτοκρατικό ρομαντισμό», θέλοντας αφενός να απορροφήσει τα παραδοσιακά μικροαστικά, λαϊκά στρώματα (μικροέμποροι, καταστηματάρχες, βιοτέχνες, αγρότες) που επαπειλούνται με «προλεταροποίηση» και κοινωνική «έκπτωση», αφετέρου να εμποδίσει την έγερση ενιαίας ταξικής συνείδησης από τους μισθωτούς εργαζόμενους.

Παράλληλα, μέσα από κινηματογραφικού τύπου εμφανίσεις (βλ. Χρυσή Αυγή-Ελλάδα, ΚάζαΠάουντ-Ιταλία) επιχειρεί σε «αισθητικό» επίπεδο να μαγνητίσει τους κοινωνικά «αποκλεισμένους» και «περιθωριοποιημένους» (π.χ. άνεργοι, επαγγελματικά ανειδίκευτοι). Τα συσσίτια, ο ρουχισμός, οι παρεμβάσεις σε γειτονίες, τα μιλιταριστικά σχήματα, τα «δίκτυα αλληλεγγύης» κωδικοποιούν αυτές τις μορφές πολιτικής παρέμβασης αποτελώντας προνομιακά πεδία δράσης.

Στην πραγματικότητα όμως, οι φασίστες, δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι μπράβοι του καπιταλιστικού συστήματος, ο πολιτικός φορέας που κάνει τη βρώμικη δουλεία για λογαριασμό των αστών. Και η εργατική τάξη, που αποτελεί τον επαναστατικό φορέα της κοινωνικής αλλαγής, τάξη η οποία σαφώς και πρέπει να συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο, είναι υποχρεωμένη να αναδείξει το πραγματικό πρόσωπο αυτών των μορφωμάτων. Να εμποδίσει τον εκφασισμό της κοινωνίας επαναφέροντας στο προσκήνιο το πραγματικό διακύβευμα που υπάρχει ενώπιον της εργατικής τάξης και των εν δυνάμει κοινωνικών της συμμάχων (φτωχή αγροτιά, μικροαστικά στρώματα, μεσοαστοί μισθωτοί εργαζόμενοι κ.α.), που δεν είναι άλλο από την ανατροπή του καπιταλισμού. Ο φασισμός λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτός που είναι, δηλαδή, ένας μασκαρεμένος καπιταλισμός που ‘χει βαθιά τις ρίζες του στο σύστημα της εκμετάλλευσης, του πολέμου και της φτώχειας.

Γιατί, όπως εύστοχα διατυπώνει και ο Μ. Χορκχάιμερ «όποιος δε θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει για το φασισμό».

[1]Ρεύμα το οποίο αν και έχει ορισμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν με το νέο-φασισμό (και τον ενισχύουν ως προς την κυρίαρχη πολιτική ατζέντα που επικρατεί σε κοινωνικό πλαίσιο) πρέπει να το διακρίνουμε από το νέο-φασισμό τόσο σε επίπεδο κοινωνικής-ταξικής βάσης όσο και σε επίπεδο πολιτικών θέσεων.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.