Για τις βρετανικές βάσεις του θαΝΑΤΟυ στην Κύπρο (ιστορικό)

top, Ιστορία

Οι κυρίαρχες βάσεις των Άγγλων δημιουργήθηκαν το 1960 από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες η Κύπρος ανεξαρτητοποιήθηκε από την Βρετανική Αυτοκρατορία. Με βάση αυτές, η περιοχή αναγνωρίζεται από το κυπριακό κράτος ως κυρίαρχη Βρετανική περιοχή. Οι βάσεις έχουν προνόμια όπως να χρησιμοποιούν τα λιμάνια και τους αεροδιαδρόμους της Κύπρου όπως θέλουν. Τα προνόμια που απολαμβάνουν συγκρίνονται μόνο με τις βάσεις των ΗΠΑ στο Γκουαντάναμο.

Από τις συμφωνίες προβλέπονται, επιπλέον των δύο στρατιωτικών βάσεων, και άλλες «διευκολύνσεις» στο υπόλοιπο έδαφος του κυπριακού κράτους. Αυτές αφορούν σε χρήση του οδικού δικτύου για μετακινήσεις στρατιωτικών οχημάτων, προσωπικού και εξοπλισμού μεταξύ των δύο βάσεων, σε χώρους στους οποίους μπορούν να διεξάγονται στρατιωτικές ασκήσεις, αλλά και σε εγκατάσταση εξοπλισμού εκτός των βάσεων, όπως είναι για παράδειγμα το ραντάρ της RAF στην κορυφή του Τροόδους. Οι εγκαταστάσεις επιτρέπουν σε Βρετανούς (και Αμερικανούς) να υποκλέπτουν τις επικοινωνίες σε μεγάλα τμήματα της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων. Ο σταθμός υποκλοπών του Αγίου Νικολάου είναι προκεχωρημένο φυλάκιο του στρατηγείου επικοινωνιών της βρετανικής κυβέρνησης με βεληνεκές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το Ηνωμένο Βασίλειο απαίτησε και πέτυχε την κατοχή ενός τμήματος της Κύπρου υπό μορφή στρατιωτικών βάσεων, λόγω της στρατηγικής θέσης της Κύπρου στη Μεσόγειο Θάλασσα, προς όφελος των Βρετανικών συμφερόντων. Η σημασία των βάσεων για τους Βρετανούς βασιζόταν κυρίως στη θέση της Κύπρου κοντά στη Διώρυγα του Σουέζ και τη Μέση Ανατολή, όπως και στη δυνατότητα χρήσης της βάσης της RAF ως σταθμού για στρατιωτικές αεροπορικές επιχειρήσεις.

Οι βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας καλύπτουν περίπου το 3% της έκτασης της Κύπρου. Συνολικά 254 τετρ. χιλιόμετρα από τα οποία τα 123 είναι στο Ακρωτήρι και τα 131 στη Δεκέλεια. Τα 60% της γης των Βάσεων είναι ιδιωτική ιδιοκτησία από Βρετανούς και Κύπριους, ενώ το υπόλοιπο 40% ανήκει στο Βρετανικό Υπουργείο Άμυνας και θεωρείται γη του «βρετανικού στέμματος»!

Η Τουρκική εισβολή του 1974 δεν επηρέασε στρατιωτικά τις Βάσεις, παρόλο που η Βρετανία ήταν μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις. Κυρίως λόγω της εισβολής όμως, περίπου επτά χιλιάδες Κύπριοι ζουν σήμερα στις βάσεις, ενώ τέσσερις χιλιάδες στρατιωτικοί και το βρετανικό προσωπικό με τις οικογένειές τους ζουν ή εργάζονται εκεί.

Τον Γενάρη του 1975, έξι μήνες μετά το πραξικόπημα και την εισβολή, οι βρετανικές βάσεις σε συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις, μεθοδεύουν την μεταφορά χιλιάδων Τουρκοκυπρίων  «του νότου» από τη βρετανική βάση Επισκοπής, στην Τουρκία κι από εκεί στα κατεχόμενα εδάφη, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί ο εθνοτικός και εδαφικός διαχωρισμός, αλλά και να μονιμοποιηθεί η κατοχή και διχοτόμηση.

Αυτό έγινε παρά την θέληση πολλών Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι ζούσαν μέχρι τότε αρμονικά στις ίδιες γειτονιές με Ελληνοκύπριους, παρά τα τραγικά γεγονότα που είχαν προηγηθεί το 1974. Με εκβιαστικά διλλήματα τελικά που έθετε το κατοχικό καθεστώς, δέχτηκαν την απόφαση, όπως και η κυπριακή κυβέρνηση αργότερα (Αύγουστος 1975).

Οι ενέργειες των βρετανών ιμπεριαλιστών εξοργίζουν τον κυπριακό λαό, ιδιαίτερα την νεολαία που ξεσηκώνεται. Στις 17 Ιανουαρίου 1975 γίνεται μαζική κινητοποίηση έξω από τις αγγλικές βάσεις του ακρωτηρίου στην Λεμεσό, με μεγάλη συμμετοχή μαθητών.

Στην διαδήλωση οι μαθητές συγκρούονται με τους βρετανούς στρατιώτες που ρίχνουν δακρυγόνα για να διαλύσουν το πλήθος. Δεν μένουν όμως εκεί, καθώς όταν βλέπουν ότι ο κόσμος δεν υποχωρεί, βγάζουν τα τεθωρακισμένα. Επιτίθενται στους διαδηλωτές που εξαγριωμένοι τα πετροβολούν.

Όταν μαθητές προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν ένα άρμα μάχης, αυτό καταπλάκωσε τον μαθητή Πανίκο Δημητρίου, πρόσφυγα από την Αμμόχωστο.

Οι μεγαλύτερες και πιο δυναμικές διαδηλώσεις ενάντια στις βάσεις τα επόμενα χρόνια μέχρι σήμερα, έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Το 2001 οι Βρετανοί επιχειρούν να εγκαταστήσουν κεραίες στις βάσεις, ως μέρος των σχεδιασμών τους για αναβάθμιση των Βρετανικών στρατιωτικών επικοινωνιακών κόμβων διεθνώς. Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κατοίκων στις γύρω περιοχές αλλά και ευρύτερα, που έβλεπαν να υποβαθμίζονται οι ζωές τους και να επηρεάζονται ακόμα περισσότερο αρνητικά από την παρουσία και τις δραστηριότητες των βάσεων.

Στις μαζικές και συγκρουσιακές κινητοποιήσεις που έγιναν τότε, δυναμική παρουσία είχε ο αναρχικός πυρήνας Κύπρου. Ο πυρήνας τόνιζε στις σχετικές προκηρύξεις και παρεμβάσεις ότι εκτός από τις κατασκοπευτικές και επιβλαβείς για την υγεία κεραίες, εξίσου σημαντικός και καθοριστικός είναι ο ρόλος των Βάσεων, στους πολέμους και τις μαζικές σφαγές που διεξάγονταν ήδη ή προετοιμάζονταν από τους ιμπεριαλιστές (Αφγανιστάν, Ιράκ).

Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν χιλιάδες λαού και πολλοί από τους διαδηλωτές αντιμετώπισαν την καταστολή των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων, όταν προσπάθησαν να κόψουν την περίφραξη στην περιοχή όπου Βρετανοί επιχειρούσαν να εγκαταστήσουν γιγαντιαίες κεραίες. Όταν τα συνεργεία άρχισαν εργασίες για τη δημιουργία των βάσεων της κεραίας, ο κόσμος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το εμποδίσει και ξέσπασαν άγριες συγκρούσεις. Αρκετοί τραυματίστηκαν από τον στρατό και τους μπάτσους, ενώ κάποιοι συνελήφθησαν. Σύμφωνα με τους Βρετανούς, τραυματίστηκαν και δεκάδες στρατιώτες τους όπως και μπάτσοι των βάσεων, ενώ καταστράφηκαν αρκετά αστυνομικά και στρατιωτικά οχήματα. Οι ίδιοι, όπως και δημοσιογράφοι και πολιτικοί, χαρακτήρισαν τις οργισμένες διαδηλώσεις, ως τα σοβαρότερα επεισόδια που έχουν σημειωθεί από την ανεξαρτησία της Κύπρου.

Το 2002 οι βρετανοί χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για την συμμετοχή τους στον πόλεμο κατά του Ιράκ και την χρήση των βάσεων τους στην Κύπρο ως ορμητήριο, τον ισχυρισμό ότι η Κύπρος ήταν ενδεχόμενος στόχος που μπορούσε να πληγεί από τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ.

Στις μαζικές αντιπολεμικές και αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις που έγιναν τότε, σύντροφοι από τον αναρχικό πυρήνα συνελήφθηκαν αφού είχαν ήδη στοχοποιηθεί για την δράση τους. Μάλιστα δικάστηκαν από αγγλικό δικαστήριο εντός των βάσεων, που τους επέβαλε ποινή φυλάκισης με αναστολή, με κατηγορίες για επίθεση εναντίον αστυνομικών και συμμετοχή σε παράνομη συνάθροιση! Δηλαδή οι βρετανικές βάσεις, παρά το ότι είναι στρατιωτικές βάσεις, διατηρούν πολιτικά δικαστήρια, αστυνομία και τελωνείο.

Το 2004, αν ψηφιζόταν το περιβόητο σχέδιο Ανάν, οι Βρετανοί όχι μόνο διασφάλιζαν την παρουσία και κυριαρχία των βάσεων τους στην Κύπρο, αλλά μπορούσαν να αποτρέψουν το κυπριακό κράτος από το να προσφύγει σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο ή τρίτο μέρος για διευθέτηση των όποιων διαφορών. Μάλιστα μπορούσαν να επεκτείνουν την έκταση των βάσεων μέσω διεκδικήσεων από τις ΑΟΖ.

Τα επόμενα χρόνια οι βάσεις αποτελούσαν σταθερά ορμητήριο πολεμικών επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα στην επίθεση του ΝΑΤΟ στην Λιβύη.

Ακόμα και η κυβέρνηση Χριστόφια την περίοδο 2008-13 υποτάχθηκε πλήρως στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των βρετανών και την κυριαρχία των βάσεων. Μπορεί να είχε χαρακτηρίσει παλιότερα ο Χριστόφιας τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο «αποικιοκρατική κηλίδα αίματος», όμως από την πρώτη του συνάντηση ως πρόεδρος με τους βρετανούς, δήλωσε ότι οι βάσεις είναι «αναπόσπαστο τμήμα της εγκαθίδρυσης της Κύπρου και  ένα πρόβλημα που θα λυθεί από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας…

Στην σημερινή συγκυρία όπου οι πολεμικές μηχανές των ιμπεριαλιστών ζεσταίνονται και προετοιμάζονται  για νέες συγκρούσεις με εστία επέμβασης τη Μέση Ανατολή, οι βάσεις αναβαθμίζονται συνεχώς στα πλαίσια της αξιοποίησης τους ως ορμητήριο για τις στρατιωτικές δραστηριότητες του βρετανικού στρατού σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Ειδικότερα στον πόλεμο που διεξάγεται κατά του Συριακού λαού, οι επιθέσεις των βρετανών γίνονται με την ενεργό συμμετοχή και υποστήριξη της κυβέρνησης Αναστασιάδη, αφού παρέχει διευκολύνσεις, τα εδάφη, ύδατα της και εναέριο χώρο, για επιθέσεις εναντίον του συριακού κράτους. Η Κύπρος καθίσταται άμεσα εμπλεκόμενη στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή, αφού η κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται πλήρως με την πολιτική ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ.

Ο ρόλος των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο στον πόλεμο κατά της Συρίας είναι πολύμορφος, καθώς όπως αποκάλυψαν αγγλικές εφημερίδες, το κατασκοπευτικό  ραντάρ (ηλεκτρονικού πολέμου και υποκλοπών) που λειτουργεί στο Τρόοδος παρακολουθεί τις κινήσεις του συριακού στρατού και δίνει πληροφορίες στις ΗΠΑ και την Τουρκία και μέσω αυτών σε δυνάμεις όπως ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) όπως δήλωσαν και στελέχη του.

Το τελευταίο διάστημα με τους βομβαρδισμούς της Συρίας από ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία, έγιναν στην Κύπρο μια σειρά από αντιπολεμικές – αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις, στις οποίες συμμετείχαμε σαν συλλογικότητα είτε ως παρέμβαση, είτε με πιο οργανωμένη συμμετοχή, ανάλογα με τα καλέσματα και τις διεργασίες που έγιναν.

Επίκεντρο των κινητοποιήσεων ήταν οι βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου, από τις οποίες ξεκινούν και οι επιθέσεις κατά τις Συρίας. Αναρτήσαμε εκεί ένα μεγάλο πανό που έγραφε: KATΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΡΙΑ – ΕΞΩ ΤΟ ΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.

Στην πιο πρόσφατη κινητοποίηση που ήταν και η πιο μαζική, συμμετείχαν και αριστερές τουρκοκυπριακές οργανώσεις. Έτσι μπήκε ένα μικρό λιθαράκι σε αυτό που λέγαμε, ότι ένα συνειδητοποιημένο, διεθνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, ταξικό στη βάση και δικοινοτικό στη μορφή, πρέπει να παλέψει για την άμεση απομάκρυνση των βάσεων από την Κύπρο, καθώς πιστεύουμε ότι αποτελούν (οι βάσεις) ένα από τα κύρια συστατικά της ουσίας του Κυπριακού ζητήματος, δείχνοντας ξεκάθαρα την οργανική σύνδεση που υπάρχει μεταξύ αυτού και του ιμπεριαλισμού.

Bandiera

(το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο έντυπο Έφοδος στον Ουρανό, τεύχος 2, που εκδίδεται στην Αθήνα από την συντροφική ομάδα Ταξική Αντεπίθεση)